έγχυτος

ἔγχυτος, -ον (Α)
1. ο χυμένος μέσα σε κάτι
2. το αρσ. ως ουσ. ὁ ἔγχυτος
γλύκισμα που χύθηκε σε ένα σχήμα
3. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἔγχυτον
α) έγχυση
β) έγχυμα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἔγχυτος — poured in masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγχυτον — ἔγχυτος poured in masc/fem acc sg ἔγχυτος poured in neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχύτοις — ἔγχυτος poured in masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχύτοισι — ἔγχυτος poured in masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχύτους — ἔγχυτος poured in masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχύτων — ἔγχυτος poured in masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχύτῳ — ἔγχυτος poured in masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγχυτα — ἔγχυτος poured in neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.